Νέα | Ειδήσεις | Σχέσεις | Εγκυμοσύνη | fitness
Οικονομία | Τεχνολογία | Ειδήσεις | Υγεία | Αυτοκίνητο | Αθλητικά | Έξοδος
Υγεία
Πρόληψη
Από την θεωρία στην πράξη
Διαβάστε επίσης

Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας: Υπάρχει ελπίδα;

Στην Ελλάδα, έχουμε πρωτοβάθμια περίθαλψη και μάλιστα εν αφθονία. Αυτό που δεν έχουμε είναι Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ), η οποία εκτός από περίθαλψη προσφέρει Πρόληψη και Φροντίδα, μέσω συγκεκριμένων θεσμών, όπως είναι τα Κέντρα Υγείας (ΚΥ) και η οικογενειακή ιατρική, προκειμένου η ΠΦΥ να είναι προσιτή, συνεχής και διαθέσιμη καθ’ όλο το 24ώρο.

Τα τελευταία 25 χρόνια έχουν ψηφιστεί σημαντικοί νόμοι για οργανωμένη ΠΦΥ χωρίς ποτέ όμως να υλοποιηθούν. Το μόνο που επιτεύχθηκε ήταν η ίδρυση των αγροτικών Κέντρων Υγείας, αλλά και αυτά, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και υποστελεχωμένα, προσφέρουν ανεπαρκή πρωτοβάθμια περίθαλψη και όχι ΠΦΥ πλην λίγων εξαιρέσεων, όπως το αστικό Κ.Υ. Βύρωνα. Η έλλειψη της ΠΦΥ και συνακόλουθα της Πρόληψης, έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του ελληνικού πληθυσμού, στη λειτουργία των ελληνικών νοσοκομείων και στην οικονομική επιβάρυνση της κοινωνικής ασφάλισης.

Λόγω ακριβώς όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί θετική η πρωτοβουλία του υπουργείου Υγείας να δώσει σε δημόσια διαβούλευση ένα νέο σχέδιο νόμου για την ΠΦΥ, η οποία έχει ήδη οδηγήσει σε βελτίωση του αρχικού σχεδίου. Θετικό είναι και το γεγονός ότι το σχέδιο νόμου προβλέπει τη δημιουργία ενός εθνικού Δικτύου ΠΦΥ το οποίο θα περιλαμβάνει τις πρωτοβάθμιες μονάδες του ΕΣΥ, της κοινωνικής ασφάλισης, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Τ.Α.) και του ιδιωτικού τομέα. Δεν εξηγείται όμως γιατί, οι μονάδες της Τ.Α. θα μπρούν να παρέχουν μόνο προληπτικές εξετάσεις. Ερωτήματα, επίσης, δημιουργεί το γεγονός ότι η άμεση εφαρμογή του Δικτύου, αφορά μόνο το ταμείο του δημοσίου (ΟΠΑΔ), το οποίο είναι και το μόνο που υπάγεται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Υγείας. Για τα υπόλοιπα ταμεία (το 90% περίπου του ασφαλισμένου πληθυσμού) προβλέπεται η μελλοντική τους ένταξη εντός 5ετίας κατόπιν υπουργικών αποφάσεων, γεγονός που παραπέμπει στο μέλλον την ύπαρξη ενός πραγματικού εθνικού Δικτύου ΠΦΥ, καθώς αυτό δεν μπορεί να υφίσταται χωρίς τη συμμετοχή τουλάχιστον του ΙΚΑ.

Σε ό,τι αφορά το θεσμό του οικογενειακού γιατρού που προτείνεται, ενώ στην αρχή κακώς δεν διευκρινίζονταν ποιες ειδικότητες μπορούν να αναλάβουν αυτό το ρόλο, στη συνέχεια ορισμένες από τις ειδικότητες που ανακοινώθηκαν, μεταξύ των οποίων οδοντίατροι, οφθαλμίατροι και γυναικολόγοι, κάθε άλλο παρά μπορούν να παρέχουν ΠΦΥ, όταν μάλιστα δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση η σχετική κατάρτισή τους. Στην Τουρκία, για παράδειγμα, εντός 2ετίας καταρτίστηκαν 25.000 γιατροί πριν αναλάβουν τη σχετική ευθύνη.

Η Ελλάδα όμως δεν είναι Τουρκία. Είναι πλέον μια αναπτυγμένη χώρα με διαφορετικό νοσολογικό πρότυπο, όπου κυριαρχούν τα χρόνια νοσήματα, και με πληθώρα ειδικευμένων κλινικών γιατρών, στους οποίους οι πολίτες έχουν άμεση πρόσβαση. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα, ο σχετικός σχεδιασμός δεν θα πρέπει να βασίζεται στον «οικογενειακό γιατρό» αλλά στην «οικογενειακή ιατρική» που θα παρέχεται από ομάδα γιατρών και άλλων επαγγελματιών υγείας. Τέτοιες μονάδες οικογενειακής ιατρικής θα μπορούν να στεγάζονται στα Κ.Υ. του ΕΣΥ ή στα Πολυϊατρεία του ΙΚΑ, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του ιδιωτικού τομέα. Στις μονάδες αυτές θα κατοχυρώνεται η ελεύθερη επιλογή του πολίτη, αλλά και η δυνατότητα κάθε ενδιαφερόμενου ιδιώτη γιατρού να ενταχθεί σε αυτές, οι οποίες όμως θα λειτουργούν με κοινές προδιαγραφές παροχών και ποιότητας και με αυστηρούς ελέγχους. Εξάλλου, κάθε ευρωπαϊκή χώρα είχε κατά το παρελθόν επιλέξει είτε το θεσμό των Κ.Υ. (Σουηδία, Ισπανία, κ.ά.) είτε το θεσμό του οικογενειακού γιατρού (Αγγλία, Γαλλία, κ.ά.) ως τη ραχοκοκαλιά του συστήματος ΠΦΥ. Στην Ελλάδα, με τα Κ.Υ. του ΕΣΥ και τα Πολυϊατρεία του ΙΚΑ έχουμε ήδη κάνει τη δική μας επιλογή. Το να δημιουργηθεί ένας νέος θεσμός οικογενειακών γιατρών, παράλληλα και έξω από τις υφιστάμενες υποδομές, και άσκοπο είναι και πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες.

Γι’ αυτό, πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να ενισχυθούν και να αναβαθμιστούν οι πρωτοβάθμιες υποδομές του ΕΣΥ και του ΙΚΑ και να δοθούν κίνητρα για την ανάπτυξη ανάλογων υποδομών από την Τ.Α. και τον ιδιωτικό τομέα. Όλες αυτές οι υποδομές μαζί με τα συμβεβλημένα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και όλες τις άλλες σύγχρονες πρωτοβάθμιες μονάδες, όπως είναι η νοσηλεία στο σπίτι, οι κλινικές ημέρας, τα κέντρα αποκατάστασης, κ.τ.λ., θα μπορούν να συναποτελέσουν ένα ολοκληρωμένο εθνικό Δίκτυο ΠΦΥ, το οποίο εκτός από κεντρική και περιφερειακή οργάνωση-διοίκηση θα χρειαστεί και την ύπαρξη τοπικών συστημάτων ΠΦΥ σε επίπεδο μεγάλων Δήμων ή Νομών. Τα τοπικά αυτά συστήματα με την εμπλοκή και των κοινωνικών εταίρων θα μπορούν να εξυπηρετούν κοινές αρχές και κοινούς στόχους με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες υγείας του κάθε τοπικού πληθυσμού, αντλώντας τους αναγκαίους πόρους από την κοστολόγηση όλων των παρεχόμενων υπηρεσιών, γεγονός που ασφαλώς διευκολύνεται και από την προτεινόμενη ηλεκτρονική κάρτα πληρωμών.

Λύσεις, λοιπόν, υπάρχουν. Άρα υπάρχει και ελπίδα. Αρκεί να υπάρξει η απαραίτητη πολιτική βούληση.

Γιάννης Τούντας
Αν. Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής
Διευθυντής Ινστιτούτου Κοινωνικής
και Προληπτικής Ιατρικής (ΙΚΠΙ)


Όροι Χρήσης : Προστασία Προσωπικών Δεδομένων : Ασφάλεια Συναλλαγών
©1999-2017 Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε.
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του in.gr διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση. Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.